Friday, December 05, 2008
Monday, November 17, 2008
Foto-Simon (PART 39)

Ένας γέρος στέκεται μπροστά σ' ένα σπίτι.
Πρώτη φορά το βλέπει. Δεν του θυμίζει τίποτα.
Στέκει πολύ καιρό με βροχή και με χιόνι.
Δεν τρώει και δεν πίνει και δεν κοιμάται.
Στο σπίτι κανείς δεν κατοικεί ή έτσι νομίζει
γιατί ποτέ δεν είδε φως μήτε σκιά ανθρώπου.
Ο δρόμος είναι άδειος. Κανείς δεν πέρασε ποτέ.
Τι να σημαίνουν άραγε όλα ετούτα;
Θαρρεί πως όλα γίνονται στον ύπνο του
και πως δήθεν είναι γέρος μπροστά σ' ένα σπίτι.
- Μάνος Ελευθερίου, "Η Πόρτα της Πηνελόπης"
Monday, October 13, 2008
Tuesday, September 09, 2008
Saturday, May 10, 2008
Foto-Simon (Part 36)

Μου γνέφεις να 'ρθω. Πως να 'ρθω.
Εκεί χρειάζονται φτερά
ή να 'χω το άρμα κάποιου ένσαρκου αγγέλου.
Εδώ είναι βράδυ αργά και είμαι πάλι ασθενής
δηλητηριασμένος απ' τη λογοτεχνία.
Έχω συμπτώματα βαριά των αναμνήσεων.
Πάλι Τετάρτη ξημερώνουν τα φεγγάρια.
Χιονίζει ξημερώνουν πάνω απ' τους γέροντες
γαλάζιους λύκους της καρδιάς μας.
-Μάνος Ελευθερίου
Sunday, April 20, 2008
Monday, March 10, 2008
Πιτσίλω - Εμπιστευτικό
Είμαι η Πιτσίλω, γνωστή στο φόρουμ από εδώ..http://www.mycat.gr/forum/showthread.php?t=3957
τρίχρωμη γατούλα,ενός έτους, χαδιάρα και γουργουριστή. Γεννήθηκα στην Ανω Κυψέλη και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζω στο δρόμο, μετά από λίγο βρήκα μια πιλοτή που σερβίρουν καλά γεύματα και έγινα η βασίλισσά της. Είμαι πολύ φιλική με τους ανθρώπους, άλλωστε προς το παρόν λίγοι προσπάθησαν να μου κάνουν κακό.
Προ ημερών όμως, στειρώθηκα από την κοπέλα που έρχεται και μας σερβίρει και φιλοξενήθηκα σε έναν πιο κλειστό χώρο. Είχα και παρέα, ήταν ζεστά και μ' άρεσε πιο πολύ, να φανταστείτε έγινα ακόμα πιο χαδιάρα (αν αυτό είναι δυνατό). Φυσικά έμαθα και σπιτικούς τρόπους.
Γι' αυτό πήρα απόφαση να υιοθετηθώ. Η κοπέλα που με προσέχει θα κάνει την επιλογή του θετού μου γονιού μου είπε γι' αυτό σας δίνω τα στοιχεία της: nkalomiri@yahoo.com ή 6972852216.
Επίσης μου είπε να σας πω ότι έκανα εξετάσεις για aids και λευχαιμία και ήταν αρνητικές, όπως επίσης ότι τα εμβόλια που θα μου γίνουν καθώς και η πρώτη εξέταση απο κτηνίατρο προσφέρονται από εκείνη.
Περιμένουμε και οι δύο για να φύγω από την πυλωτή και να γίνω η βασίλισσα της καρδιάς σου..

Υ.Γ. Σύντομα και περισσότερες φωτό για να δεις ότι είμαι σπάνια ράτσα..pitsilus polixromus
Υ.Γ.2 Μετά από απαίτηση του κοινού, η Πιτσίλω μου έδωσε 1 φωτό μέχρι στιγμής και έχουμε συνέχεια
Thursday, May 17, 2007
Sunday, April 22, 2007
Foto-Simon (Part 33)

Κι αλήθεια πόσοι δεν χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους περίμενε κανείς
Και κοίταξα πίσω από τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα παιδικά μου χρόνια
Ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θυμίζουν πάντα
Πόσο εφήμεροι είμαστε… Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα
Για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.
–Τάσος Λειβαδίτης
Monday, April 02, 2007
Sunday, February 18, 2007
Foto-Simon (Part 31)

[…]
- Μια νύχτα κόλαση το βράδυ στο νοσοκομείο. Η μάνα μου με διώχνει από κοντά της. Θέλει να πεθάνει, λέει. Κάτι ψιθυρίζει και για τη μάνα της. Με στέλνει για ύπνο. Με ξαναφωνάζει. Δεν την λυπάμαι, λέει, που τη βλέπω να τυραννιέται. Όλη τη νύχτα.
Το παιχνίδι με τις 5 αλήθειες (ή αλλιώς «Το Φάσκελο της Αλήθειας») παρουσιάζετε με την ευγενική χορηγία της kyriayf, της severin και της raffinata.
kyriayf: περιμένω το παραμύθι
severin: μπράβο σου για το παραμύθι
rafinata: άργησα λίγο, αλλά… να ‘μαι, σαν παραμύθι
Τώρα πρέπει να προτείνω 5 άλλους μπλόγκερ για το παίγνιον. Δεν ξέρω πολλούς αλλά θα το επιχειρήσω (άσε που λείπω αυτές τις μέρες και δεν ξέρω ποιοι το έχουν ήδη κάνει). Πάντως δεν έχει σημασία τι γράφει κανείς στο παιχνίδι αλλά τι αφήνει απ’ έξω. Λοιπόν:
Elgalla
Κυκλάμινο του Βουνού
Kallioph
Desposini Savio
Maro_k
(Υ.Γ. Δεν προλαβαίνω να ειδοποιήσω τους παραπάνω μπλογκερ γιατί πρέπει να ξαναφύγω κι έτσι τ’ αφήνω στην τύχη. Αυτή ξέρει)
Sunday, February 11, 2007
Foto-Simon (Part 30)

Ένας άνθρωπος κλειστός, σαν παρατημένο σπίτι
Ούτε φως, ούτε καπνός, ούτε τζάμι στο φεγγίτη
Ο μικρός μου αδερφός, ένας άνθρωπος κλειστός
Σαν παρατημένο σπίτι
Γράφει λόγια στο νερό, στα πηγάδια ρίχνει πέτρες
Στου θεού το φιλιατρό, με σκοινιά τραβά δραπέτες
Τους τραβά έξω στο φως, κι ύστερα φεύγει σκυφτός
Στα βουνά, στις μαύρες πέτρες
Ένας άνθρωπος κλειστός, σαν παρατημένο σπίτι
Ούτε φως, ούτε καπνός, ούτε τζάμι στο φεγγίτη
Ο μικρός μου αδερφός, ένας άνθρωπος κλειστός
Σαν παρατημένο σπίτι
–Μανώλης Λιδάκης, Ο Μικρός μου Αδερφός
Wednesday, January 24, 2007
Foto-Simon (Part 29)

Ανοίγω συρτάρια που έμειναν χρόνια κλεισμένα.
Βγαίνουν γυναίκες.
Κάθονται δίπλα μου ήσυχες κι άγριες.
Μυρίζουν κλεισούρα και νύχτες.
Τα φιλιά τους εγκαύματα.
Μου μετρούν το σφυγμό και μου κάνουν ενέσεις.
Μου δροσίζουν με ξύδι το μέτωπο
και διαβάζουν ευχές.
Ανασαίνω οινόπνευμα και πρακτικά μυρωδικά.
"Θα ησυχάσεις" μου λένε.
- Μάνος Ελευθερίου, Η Πόρτα της Πηνελόπης
Saturday, January 20, 2007
Foto-Simon (Part 28)

[…] Πριν αρρωστήσει, η μητέρα του Νταίηβιντ του έλεγε συχνά ότι οι ιστορίες ήταν ζωντανές. Όχι ζωντανές όπως οι άνθρωποι ή τα σκυλιά κι οι γάτες. Οι άνθρωποι ήταν ζωντανοί είτε επέλεγες να τους προσέξεις είτε όχι, ενώ τα σκυλιά είχαν μια έφεση να σε κάνουν να τα προσέχεις όταν αποφάσιζαν ότι δεν τους δίνεις και πολύ σημασία. Όσο για τις γάτες, αυτές ήταν πολύ καλές στο να προσποιούνται ότι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν καθόλου όποτε τις βολεύει αλλά αυτό πια είναι μια άλλη ιστορία.
Όμως, οι ιστορίες ήταν διαφορετικές: ζωντανεύουν την ώρα που τις διηγούνται. Δίχως την ανθρώπινη φωνή που θα τις διαβάσει φωναχτά, ή χωρίς ένα ζευγάρι ματάκια που να τις ακολουθούν στο φως μιας δάδας κάτω από την κουβέρτα, οι ιστορίες δεν υπάρχουν πραγματικά στον κόσμο μας. Μοιάζουν σαν τους σπόρους στο ράμφος ενός πουλιού, που περιμένουν να πέσουν στο χώμα, ή τις νότες ενός τραγουδιού γραμμένες πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί που λαχταρούν ένα μουσικό όργανο για να ζωντανέψει τη μουσική τους. Κοιμούνται, με την ελπίδα πως θα βρουν μια ευκαιρία για να ξυπνήσουν. Από τη στιγμή που κάποιος αρχίσει να τις διηγείται, μπορούν και μεταμορφώνονται. Έχουν την δύναμη να ριζώσουν στη φαντασία και να αλλάξουν τον αφηγητή. Οι ιστορίες θέλουν να διαβαστούν, ψιθύριζε η μητέρα του Νταίηβιντ. Το χρειάζονται. Αυτός είναι ο λόγος που παλεύουν να περάσουν από τον κόσμο τους στον δικό μας. Εκείνο που θέλουν από εμάς, είναι να τις ζωντανέψουμε. […]
- John Connoly, The Book Of Lost Things
Saturday, January 06, 2007
Foto-Simon (Part 27)

Further On Up the Road
Where the road is dark and the seed is sowed
Where the gun is cocked and the bullet's cold
Where the miles are marked in the blood and gold
I'll meet you further on up the road
Got on my dead man's suit and my smilin' skull ring
My lucky graveyard boots and a song to sing
I got a song to sing, it keeps me out of the cold
And I'll meet you further on up the road.
Further on up the road
Further on up the road
Where the way is dark and the night is cold
One sunny mornin' we'll rise I know
And I'll meet you further on up the road.
Now I been out in the desert, just doin' my time
Searchin' through the dust, lookin' for a sign
If there's a light up ahead, well brother I don't know
But I got this fever burnin' in my soul
- Johnny Cash
Wednesday, December 06, 2006
Foto-Simon (Part 26)

Καμιά φορά τη νύχτα ξυπνάς άξαφνα και κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού, ανυπεράσπιστος όπως πάντα όταν ξυπνάμε, δεν έχεις επιθυμίες, ούτε συνέχεια, είσαι ένας ξένος σ’ ένα ξένο σπίτι –ησυχία, και οι ιστορίες που έζησες σχεδόν φανταστικές, ενώ σ’ εκείνο που αρνήθηκες, ίσως εκεί βρισκότανε το σύνορο, που κάθε βράδυ διαβαίνουμε στον ύπνο…
–Τάσος Λειβαδίτης
Sunday, November 26, 2006
Friday, November 17, 2006
Wednesday, November 08, 2006
Wednesday, October 18, 2006
Sunday, October 01, 2006
Friday, September 22, 2006
Foto-Simon (Part 20)

Αηδίες –ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάβολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μυρηκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιάστρα μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν.
–Τάσος Λειβαδίτης
Friday, September 01, 2006
Saturday, August 26, 2006
Saturday, August 19, 2006
Tuesday, August 15, 2006
Saturday, August 05, 2006
Foto-Simon (Part 15)

Λέξεις Για Έναν Πίνακα
Σε δυο στιγμές ανάμεσα
Δακρύζουν τα νερά
Κι οι ιστορίες που έρχονται
Ψαράκια αστραφτερά
Δεν ξέρουν από τη ζωή
Τίποτε αληθινό
Μα φτιάχνουν στο παιχνίδι τους
Τη γη, τον ουρανό
Έχω μια λέξη που αν τη χαρίσω
Φτιάχνει έναν κόσμο για να τον ζήσω
Σε δυο στιγμές ανάμεσα
Αγγίζεις μυστικά
Κανένας δεν θα σου τα πει
Κανένας δεν τολμά
Για ανάσες που ξεστράτισαν
Ν’ αγγίξουν τον πηλό
Κι έφτιαξαν στο παιχνίδι τους
Τον σκοτεινό βυθό
Έχω μια λέξη που στάζει αίμα
Φτιάχνει έναν κόσμο μόνο για σένα.
(Οδυσσέας Νότης, Τα Πεταμένα της Νύχτας)
Tuesday, July 18, 2006
Friday, July 07, 2006
Foto-Simon (Part 13)

Η Αράχνη
Πιασμένος σε παγίδα κι έχουν περάσει χρόνια
Στην πόρτα σου γυρνάω κάθε πρωί
Στη σκέψη σου αρρωσταίνω, στέκω βαριανασαίνω
Θυμάμαι όταν σ’ είχα πρωτοδεί.
Δε μένει εδώ κανείς
Μόνο τα δέντρα μείναν ίδια
Κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια
Δε μένει εδώ κανείς
Σκληρό το φως που ξημερώνει
Σαν μεθυσμένο μ’ ανταμώνει και με λειώνει.
Ξεπούλησα το νου μου, κοροΐδο του εαυτού μου
Αράχνη σ’ ακατοίκητο ουρανό
Νομίζω τα ΄χω χάσει, δε σ’ έχω ξεπεράσει
Κοιτάζω το κουδούνι σου αδειανό.
(Σωκράτης Μάλαμας)
Saturday, July 01, 2006
Foto-Simon (Part 12)

The light will stay on
I go to sleep, before the devil wakes
and I wake up, before the angels take
all my secrets untold, all my motives unclear
hanging down in the fire burning them higher
won't take them away from here.
And long after we're gone
the light will stay on, the light will stay on.
Watched the city ... city of crows
watched them fly, watched them all flying low
out above the flood plain, just above the dirt road
they were hungry as winter, hungry as us
not afraid to be flying, not afraid to be lost.
And long after we're gone
the light will stay on, the light will stay on.
And if you bury me, add three feet to it
one for your sorrow, two for your sweat
three for the strange things we never forget
And long after we're gone
the light will stay on, the light will stay on.
And long after we're safe
the light will not fade, the light will not fade.
(Walkabouts)
Monday, June 26, 2006
Foto-Simon (Part 11)

Golden Golden
Slowly, slowly, walk the path,
And you might never stumble or fall.
Slowly, slowly, walk the path,
And you might never fall in love at all.
Golden, golden, is her hair,
Like the morning sun over fields of corn.
Golden, golden, is her love,
So sweet and clear and warm.
Lonely, lonely, is the heart
That ne'er another can call its own.
Lonely, lonely, lies the part
That has to live all alone.
Wildly, wildly, beats the heart
With a rush of love like a mountain stream.
Wildly, wildly, play your part
As free as a wild bird's dream
(Silly Wizard)
Thursday, June 22, 2006
Sunday, June 18, 2006
Friday, June 09, 2006
Monday, June 05, 2006
Friday, June 02, 2006
Foto-Simon (Part 6)

Heavenly Houseboat Blues
I’m building a houseboat in heaven
To sail those deep and holy seas
I’m building a houseboat in heaven
And it’s welcome aboard you sweet peace.
The bow is made of solid silver
And the hull she is made of solid gold
She ain’t much long the line’s a-floating
But she’s yours, babe, to have and to hold.
I’m building a houseboat in heaven
To sail those deep and holy seas
I’m building a houseboat in heaven
And it’s welcome aboard you sweet peace.
I rode my old guitar to heaven
But heaven didn’t feel too much like home
So I’m headed out upon them lonesome oceans
In my ruby studded houseboat to roam.
I’m building a houseboat in heaven
To sail those deep and holy seas
I’m building a houseboat in heaven
And it’s welcome aboard you sweet peace.
-Townes van Zandt
Monday, May 29, 2006
Friday, May 26, 2006
Foto-Simon (Part 4)

THE PRAYER OF THE CAT
Oh my master, do not take me for a slave, for I have in me a taste for liberty:
Do not seek to divine my secrets, for I have in me a taste for mystery;
Do not constrain me with caresses, for I have in me a taste for modesty,
Do not humiliate me, for I have in me a taste for pride,
Do not abandon me, for I have in me a taste for fidelity,
Love me and I will love thee, for I have in me a taste for friendship.
Tuesday, May 23, 2006
In Search Of A Rose

Where will I wander and wonder
nobody knows
But wherever I'm going I'll go
in search of a rose
Whatever the will of the weather
and whether it shines or snows
Wherever I'm going I'll go
in search of a rose
I don't know where it's found
and I don't mind
As long as the world spins around
I'll take my time
I'll savour the softness of summer
I'll wrap up when winter blows
And wherever I'm going I'll go
in search of a rose
Sunday, May 21, 2006
Saturday, May 20, 2006
Wednesday, January 04, 2006
Barton Fink
Άκου DEΜ, έριξα άλλη μια γρήγορη ματιά στον Φινκ και βρήκα κι άλλα πικάντικα… Βέβαια τα παρουσιάζω λίγο χαοτικά αλλά….
…Η «ιστορία» ξεκινάει ως εξής: (πλάνο) Βράχος που τον χτυπούν τα κύματα (πλάνο) Ο Φινκ μπαίνει στο ξενοδοχείο
…Η «ιστορία» τελειώνει ως εξής: (πλάνο) Βράχος που τον χτυπούν τα κύματα (πλάνο) Ο Φινκ στη παραλία (Πίσω στην αρχή της δημιουργίας: Στον ωκεανό, στο νερό. Σύμβολα, σύμβολα, σύμβολα)
…Ανάμεσα στις δυο σκηνές του βράχου «μιλάει» ο δημιουργός: οι Κοεν. Αρα μιλάμε για καθαρά εγκεφαλική λειτουργία.
….(Wild Guess) Το όνομα του γκρούμ είναι CHET και είναι ο απόλυτος βοηθός μέσα στο μυαλό μας (ξενοδοχείο), αυτός που φέρνει σε επαφή τα πράγματα, ο καταλύτης. Πολύ εύκολα όμως γίνεται CHEAT (εξαπάτηση) και CHAT (επικοινωνία). Εξαπάτηση γιατί επίτηδες βάζει τον Φινκ δίπλα στον Γκούντμαν και επικοινωνία γιατί τελικά είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους.
….(Wild Guess) Καλά, ο τύπος στο ασανσέρ είναι ο αρχετυπικός οδηγός που κάνει εδώ και αιώνες αυτή τη δουλειά. Στην περίπτωσή μας ανεβάζει τον Φινκ στον έκτο όροφο. Το έχει κάνει χιλιάδες φορές αυτό και του φαίνεται…
….(Wild Guess) ΕΚΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ. Εδώ γίνεται χαμός γιατί πρέπει ν’ ανοίξουμε τα βιβλία μας για να δούμε τι συμβολίζει το έξι.
α) Είχα μια σκέψη για τα Chacras και ανακάλυψα τα εξής: Υπάρχουν μεν πέντε βασικά τσάκρας αλλά υπάρχει κι ένα έκτο που συμβολίζει το ανώτερο εγκεφαλικό κέντρο, γνωστό και σαν «thousand-petalled lotus”.
β) ο Rene Allendy λέει ότι το έξι συμβολίζει «την ασαφή αντιπαράθεση μεταξύ του δημιουργού και του δημιουργήματος». Λογικό αν σκεφτούμε ότι σε όλο αυτό το κομμάτι οι Κοέν παρουσιάζουν μια μάχη ανάμεσα σ’ αυτό που θέλει ο Λίπκιν και αυτό που βιώνει (και γράφει τελικά ) ο Φινκ.
Γ) κάπου λέει ακόμα ότι το έξι είναι το σύμβολο των αρσενικών διδύμων (αδερφοί Κοέν ένα πράμα)
[!!!!! Μόλις τελείωσα την επόμενη παράγραφο, χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν από κάποια εταιρία Gemini!!!!!! Δεν κάνω πλάκα… Τους το έκλεισα. Κοίτα να δεις…]
….(Wild Guess) Χ 2…(αυτό έχει πλάκα) Ο Λίπνικ.. Συνδυασμός του Lip(s) [χείλη) και Nick [ο παραδοσιακός dear old nick, ο διάβολος δηλαδή, ή αν θέλεις ο κόσμος, η πραγματικότητα]. Αυτός που μιλάει, συνέχεια, απαιτεί συνέχεια, μάχεται συνέχεια για την μάζα, την ισοπέδωση και εξομοίωση των πάντων (Προκρούστης). Στο τέλος φυσικά φοράει την στολή του γιατί οι μάσκες έχουν πέσει και αποκαλύπτει ότι πάντα υπάρχει πόλεμος κι αυτός είναι ορκισμένος εχθρός κάθε ελεύθερου πνεύματος. [Εδώ είναι που προτείνω το βιβλίο Screwtape’s Letters του C.S.Lewis]
….Σκηνή-Κλειδί: Ο Γκούντμαν να τρέχει με το δίκανο και να φωνάζει «I Show You The Life Of The Mind». Ο Γκούντμαν είναι αυτό το άγριο και πρωτόγονο και τρελό μέσα μας – αυτό το εγκλωβισμένο θηρίο που χωρίς την βοήθειά του δεν μπορούμε να απελευθερωθούμε. Είναι φοβερά πληγωμένο, μόνο και παντοδύναμο. Αυτό είναι που τελικά σπάει τα σίδερα για να ελευθερώσει τον Φινκ. Και μόλις τα σίδερα σπάνε, τσούπ: (κοντινό πλάνο) μια σφαίρα που κυλάει στο πάτωμα. Το σύμβολο της ολοκλήρωσης, η τελευταία πινελιά πριν τον παραδώσει ολοκληρωμένο εκεί «έξω». Α, ναι, και πριν πυροβολήσει τον δεύτερο «αστυνομικό» του φωνάζει «Χάιλ Χίτλερ» γιατί ξέρει καλά ποιος αυταρχικός αφέντης τους έστειλε να δέσουν τον Φινκ.
….(Wild Guess) Στη τελικά σκηνή ο Φινκ συναντάει την κοπέλα της φωτογραφίας (η «σκιά» του, anima, μούσα, Αφροδίτη, μεγάλη θεά κτλ). Της λέει ότι είναι όμορφη (φυσικό είναι μετά από ένα τέτοιο μυητικό ταξίδι), την ρωτάει αν παίζει σε κάποια ταινία κι εκείνη του απαντάει (ρωτάει δηλαδή αν είναι όντως αληθινή ή κάποια ψευδαίσθηση πάνω στο πανί).
Τατντάμ Ταντάμ…. Η κοπέλα τον ρωτάει για το κουτί (ερώτηση παγίδα;) κι ο Φινκ που «σίγουρα πια κατάλαβε, Ιθάκες τι σημαίνουν…» δίνει την μόνη δυνατή απάντηση: «Δεν ξέρω». Και πως θα μπορούσε άλλωστε…
Πάντως όλοι οι ήρωες από «βράχο σε βράχο» μοιάζουν να είναι εκφάνσεις του εαυτού, οι δαίμονες που αντιμετωπίζουμε «μέσα στο κουτί»…
Υ.Γ. Ακόμα προσπαθώ να ταιριάξω τα ζεύγη της ταινίας αλλά μάλλον πρέπει να το ξαναδώ ολόκληρο. Δεν ξέρω ακόμα 100% γιατί ακριβώς πεθαίνει η γυναίκα του μέθυσου συγγραφέα (αν και υποψιάζομαι ότι πρέπει να έχει σχέση με το αίμα στο κρεβάτι του Φινκ). Δεν ξέρω ακόμα αν εκείνη η φράση του Λιπνικ «δεν τα πήρα ακόμα τα γαλόνια», έχει να κάνει με το αν καταφέρει τελικά να κάμψει το πνεύμα του Φινκ.
Ωχ, φεύγω για δουλειά…
Thursday, December 22, 2005
Townes van Zandt
Ο Townes κουβαλάει μέσα του τον τρόμο και την θλίψη ενός υπερευαίσθητου ανθρώπου που κοίταξε κατάματα την άβυσσο και είδε… την άβυσσο».
(Lola Scobey στην κριτική της για τον δίσκο του Flying Shoes)
Ξεκίνησα με το σκεπτικό να συνθέσω το πορτρέτο ενός ανθρώπου βασισμένος σε πληροφορίες που διαβάζω σ’ ένα μικρό booklet ενός CD. Λες και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιώσει μια χαζή ματαιοδοξία ή ολόκληρη την ζωή ενός ανθρώπου όπως ο Towns. Στην πραγματικότητα ο Townes έχει αφήσει πίσω του την αυτοπροσωπογραφία του. Μια μαγική εικόνα φτιαγμένη με υπομονή από μουσικές, στίχους, ιστορίες, ανέκδοτα, μαγικές στιγμές και αισθήσεις που κατάφερε να ξεριζώσει από μέσα του και να τους δώσει φωνή.
Το μόνο που μπορώ τελικά να σκεφτώ είναι να σας δώσω δυο βασικές πληροφορίες που αλλάζουν όλη την οπτική που θα μπορούσε να είχε κάποιος για τα τραγούδια του. Ο Townes, έπασχε από διαγνωσμένη «μανιοκατάθλιψη με σχιζοφρενικές τάσεις». Κι όταν τελείωσαν τα ηλεκτροσόκ και οι θεραπείες, συνέχισε την ζωή του για 30 περίπου χρόνια με μια αυτοκαταστροφική αλκοολική διάθεση –που στο τέλος υπήρξε και η αιτία που έφυγε. Η δεύτερη πληροφορία που προέρχεται από την δεύτερη συνέντευξή του που κάπου είναι χαμένη, είναι ότι ο τύπος ζούσε μόνος του στα βουνά και κατέβαινε στη πόλη μόνο όταν είχε να παραδώσει τα τραγούδια του ή να τραγουδήσει σε κάποιο μαγαζί..
«It’s plain to see the sun won’t shine today / but I ain’t in the mood for sunshine anyway / maybe I go insane I got to stop the pain / or maybe I’ll go down to see Kathleen» (Kathleen)
Ribbons of love / please keep me true sane / until I reach home on the morrow / never never to wander again / I’m weak and weary of sorrow» (A Song For)
Αυτά δεν είναι στίχοι, είναι η ψυχούλα του γυμνή και χύμα στο πάτωμα.
Ξαφνικά δεν θέλω να το συνεχίσω αυτό το πράγμα. Θα βάλω ν’ ακούσω την «απόλυτη» κραυγή του και θα σταματήσω πριν είναι αργά. Το τραγούδησε ζωντανά ένα ή δυο χρόνια πριν φύγει (Nothin’ από το δίσκο Absolute Nothing).
«Sorrow and solitude, these are the precious things and the only words that are worth rememberin’»
«…Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο».
Νάτο, να γιατί πρέπει να σταματάει κανείς πριν αρχίσει η άβυσσος να του γνέφει…
Friday, December 16, 2005
Ray Bradbury: BLESS ME, FATHER, FOR I HAVE SINNED
ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ ΠΑΤΕΡ ΓΙΑΤΙ ΑΜΑΡΤΗΣΑ
( BLESS ME, FATHER, FOR I HAVE SINNED )
Ray Bradbury
Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων όταν ο πάτερ Μέλλον ξύπνησε. Δεν είχε κοιμηθεί παρά λίγα μόνο λεπτά. Μία παράξενη δύναμη μέσα του τον έσπρωχνε να σηκωθεί από το κρεβάτι, να ανοίξει διάπλατα την πόρτα της εκκλησίας, για να μπορεί το χιόνι που έπεφτε εκείνη την ώρα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα, και να πάει να καθίσει στο εξομολογητήριο για να περιμένει.
Να περιμένει, τι;
Ποίος ξέρει;
Ποίος μπορούσε να ξέρει;
Ποίος μπορούσε να του πει;
Μα η παρόρμηση αυτή ασκούσε τόσο μεγάλη δύναμη πάνω του που του ήταν αδύνατον να μην την ακολουθήσει.
«Μα τι συμβαίνει επιτέλους;» ψιθύρισε σιγανά στον εαυτό του την ώρα που ντύνονταν. «Μου φαίνετε πως τρελαίνομαι. Ποίος θα μπορούσε να χρειάζεται την βοήθειά μου τέτοια ώρα; Και γιατί εγώ να πρέπει να...»
Ντύθηκε όμως και κατέβηκε κάτω. Άνοιξε την πόρτα της εκκλησίας διάπλατα και στάθηκε εκεί μπροστά της γεμάτος δέος για το αριστούργημα που αντίκριζαν τα μάτια του. Πιο όμορφο από οποιονδήποτε πίνακα σ’ όλη την ιστορία της ζωγραφικής. Ένα κέντημα από δαντελένιους κυματισμούς χιονιού που ακουμπούσαν απαλά στις στέγες των σπιτιών, θάμπωναν τους φανοστάτες των δρόμων και σκέπαζαν με λευκά πέπλα τα στριμωγμένα αυτοκίνητα που περίμεναν σιωπηλά, δίπλα στα πεζοδρόμια, την ευλογία των Χριστουγέννων. Το χιόνι άγγιζε τον δρόμο, άγγιζε τα βλέφαρά του, άγγιζε την καρδιά του. Όταν συνειδητοποίησε, πως τόση ώρα, δεν τολμούσε μήτε καν να αναπνεύσει, μπροστά σ΄ αυτήν την αλλοπρόσαλλη ομορφιά, γύρισε την πλάτη του, με το χιόνι να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα και κατευθύνθηκε στο εξομολογητήριο για να κρυφτεί.
«Ηλίθιε», σκέφτηκε. «Ένας χαζός γέρος είσαι μόνο. Φύγε λοιπόν από εδώ μέσα. Γύρνα πίσω στο κρεβάτι σου».
Και τότε το άκουσε. Ένας ήχος στην πόρτα, βήματα που σέρνονταν πάνω στο πέτρινο δάπεδο της εκκλησίας και τέλος το απαλό θρόισμα κάποιου εισβολέα στην άλλη πλευρά του εξομολογητηρίου.
«Συγχώρεσέ με πάτερ γιατί αμάρτησα». Ήταν μία ψιθυριστή αντρική φωνή.
Σαστισμένος από την αμεσότητα αυτού του αιτήματος ο πάτερ Μέλλον τον ρώτησε σχεδόν αμέσως.
«Πως το ήξερες ότι η εκκλησία θα ήταν ανοιχτεί τέτοια ώρα και πως εγώ θα ήμουν εδώ;»
«Προσευχήθηκα, πάτερ», ήταν η σιγανή απάντηση, «ο Θεός θέλησε να είσαι εδώ».
Δεν υπήρχε μάλλον απάντηση σ’ αυτό κι έτσι ο γέροντας κληρικός κι ο άλλος που φαινόταν να είναι ένας γερο αμαρτωλός με μια βραχνή σιγανή φωνή απόμειναν σιωπηλοί για μια στιγμή νοιώθοντας λίγη από όλη εκείνη την παγωνιά της αιωνιότητας, καθώς το ρολόι πάλευε να φτάσει τα μεσάνυχτα. Τέλος εκείνος ο παράξενος φυγάς της νύχτας επανέλαβε.
«Συγχώρεσε τον αμαρτωλό πάτερ».
Τα Χριστούγεννα έφταναν βιαστικά με τον γοργό βηματισμό τους πάνω στους χιονισμένους δρόμους, μα αντί για όλα εκείνα τα συνηθισμένα συμπονετικά και μεγαλόψυχα λόγια που μαλάκωναν συνήθως τις ανθρώπινες καρδιές, ο πάτερ Μέλλον έγειρε πάνω στο καφασωτό παραθυράκι και το μόνο που μπορούσε να πει ήταν...
«Θα πρέπει να είναι πραγματικά φοβερές οι αμαρτίες που σε βαραίνουν για να σε οδηγήσουν μία τέτοια νύχτα σ’ αυτή την αδύνατη αποστολή που όμως εκπληρώθηκε επειδή ο Θεός σ΄ άκουσε και μ΄ έσπρωξε να σηκωθώ από το κρεβάτι μου».
«Είναι πραγματικά φοβερές και θα το διαπιστώσετε κι εσείς σε λίγο».
«Τότε λοιπόν μίλησε μου παιδί μου», είπε ο ιερέας, «...πριν παγώσουμε κι οι δυο μας από το κρύο».
«Ναι θα μιλήσω», ψιθύρισε η ψυχρή φωνή πίσω από το λεπτό χώρισμα. «Ήταν πριν από εξήντα χρόνια...»
«Μίλα λοιπόν. Εξήντα χρόνια!!!» είπε με κομμένη την ανάσα. «Τόσο πολύ;»
«Εξήντα ολόκληρα χρόνια!!»
Μια βασανιστική σιωπή απλώθηκε στον αέρα.
«Συνέχισε», είπε τελικά ο κληρικός νοιώθοντας ντροπιασμένος που τον είχε διακόψει.
«Αυτή την βδομάδα κλείνουν εξήντα χρόνια από τότε που ήμουν ένα παιδάκι δώδεκα χρονών», συνέχισε μελαγχολικά η φωνή, «είχαμε κατέβει, εγώ μαζί με την γιαγιά μου, για τις χριστουγεννιάτικες αγορές μας, σε εκείνη την πόλη κάπου στα ανατολικά. Πηγαίναμε πάνω κάτω όλη την μέρα με τα πόδια. Ποίος είχε αμάξι άλλωστε εκείνο τον καιρό; Περπατούσαμε κι είχαμε πάρει τον δρόμο του γυρισμού κουβαλώντας όλα εκείνα τα τυλιγμένα δώρα όταν η γιαγιά μου είπε κάτι. Έχω ξεχάσει πια τι ήταν εκείνο που μου είπε μα εγώ είχα θυμώσει και έτρεξα μακριά της. Ήμουν μακριά μα μπορούσα να την ακούσω που με φώναζε να γυρίσω πίσω, έκλαιγε κι όμως εγώ δεν το είχα σκοπό να γυρίσω. Σπάραζε κι εγώ ήξερα πως την είχα πληγώσει, ένοιωθα όμως ευχαριστημένος και δυνατός κι έτρεξα ακόμα πιο μακριά γελώντας για να φτάσω πρώτος στο σπίτι. Όταν τελικά γύρισε κι εκείνη λαχανιασμένη, έκλαιγε ακόμα κι εγώ νόμιζα πως δεν θα σταματούσε ποτέ. Ντράπηκα τόσο πολύ που έτρεξα να κρυφτώ...»
Σώπασε για αρκετή ώρα
«Αυτό είναι όλο;» τον ρώτησε ο κληρικός παρακινώντας τον να συνεχίσει.
«Υπάρχουν κι άλλα, πολλά», μουρμούρισε η φωνή πίσω από το καφασωτό. «Συνέχισε», είπε εκείνος με τα μάτια σφαλιστά.
«Έκανα κάτι παρόμοιο και στην μητέρα μου λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Με θύμωσε. Έτρεξα πάλι μακριά. Την άκουγα να κλαίει πίσω μου. Χαμογέλασα κι άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα. Γιατί; Γιατί, Θεέ μου, γιατί;»
Ο πάτερ Μέλλον δεν είχε καμία απάντηση να του δώσει.
«Αυτά είναι όλα, λοιπόν», τον ρώτησε στο τέλος με έναν ψίθυρο και έσκυψε για λίγο προς την πλευρά του άλλου νοιώθοντας μια παράξενη έλξη.
Η φωνή συνέχισε.
«Ένα καλοκαίρι κάτι παιδιά με χτύπησαν. Όταν έφυγαν, είδα πάνω σε έναν θάμνο δυο πανέμορφες πεταλούδες που σφιχταγκαλιάζονταν. Μισούσα την ευτυχία τους. Της άρπαξα και τις έλιωσα μέσα στο χέρι μου. Ω, Θεέ μου τι ντροπή».
Εκείνη την στιγμή ο άνεμος φύσηξε στην πόρτα της εκκλησίας και είδαν κι οι δυο τους ένα χριστουγεννιάτικο φάντασμα φτιαγμένο από χιόνι που εμφανίσθηκε για μια στιγμή για να διαλυθεί αμέσως μετά και να καταντήσει ένας λευκός σωρός χιονιού πάνω στο λιθόστρωτο.
«Υπάρχει κι ένα τελευταίο. Το πιο φοβερό...» συνέχισε ο γέροντας και χάθηκε για μία στιγμή μέσα στον πόνο του.
Και μετά μίλησε.
«Όταν ήμουν δεκατρία χρονών, πάλι την εβδομάδα των Χριστουγέννων, ο Μπο ο σκύλος μου το έσκασε κι είχε χαθεί για τρεις ολόκληρες μέρες. Ήταν ότι αγαπούσα περισσότερο σ’ αυτόν τον κόσμο. Ήταν μοναδικός, αξιαγάπητος, υπέροχος. Κι εντελώς ξαφνικά το ζώο είχε εξαφανιστεί και μαζί του εξαφανίστηκε όλη η ομορφιά και η αγάπη του κόσμου. Περίμενα. Έκλαιγα. Περίμενα. Προσευχόμουν. Ούρλιαζα μέσα στην ψυχή μου δίχως να μπορώ να βγάλω άχνα. Γιατί το ήξερα, το ήξερα πως δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ μου. Και τότε, ω τότε, εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων γύρω στις δύο τα ξημερώματα, με τα πεζοδρόμια γεμάτα λασπόνερα και τους παγωμένους σταλακτίτες να αστράφτουν στις σκέπες των σπιτιών, κάτι με ξύπνησε και τον άκουσα να γρατζουνάει την πόρτα. Πήδηξα τόσο απότομα από το κρεβάτι μου που παραλίγο να σκοτωθώ. Άνοιξα την πόρτα με δύναμη κι ήταν εκεί, το κακόμοιρο το σκυλάκι μου ήταν εκεί, τρέμοντας ανήσυχο σκεπασμένο από βρώμικο λασπόχιονο. Ούρλιαξα από την χαρά μου, το πήρα μέσα, έκλεισα την πόρτα και γονάτισα δίπλα του. Το πήρα στην αγκαλιά μου και έκλαψα. Τι δώρο, Θεέ μου, τι δώρο !!! Φώναζα το όνομα του ξανά και ξανά, κι εκείνο έκλαιγε μαζί μου γεμάτο παραπονιάρικες κι ευτυχισμένες κραυγές. Και ξαφνικά σταμάτησα. Και ξέρεις τι έκανα; Μπορείς να το φανταστείς; Το χτύπησα. Ναι, το χτύπησα. Με γροθιές, χαστούκια και ξανά γροθιές. Κι έκλαιγα. Πως τόλμησες να φύγεις, πως τόλμησες να το σκάσεις, πως τόλμησες να μου το κάνεις αυτό, πως τόλμησες, πως τόλμησες; Το χτυπούσα, το χτυπούσα μέχρι που αισθάνθηκα αδύναμος, μέχρι που ένοιωσα τα αναφιλητά μου και μπόρεσα να δω τι είχα κάνει. Κι εκείνος κάθονταν εκεί, υπομένοντας τα πάντα σαν να καταλάβαινε ότι του άξιζε. Είχε προδώσει την αγάπη μου και να που τώρα κι εγώ είχα προδώσει την δική του. Τραβήχτηκα και τα δάκρυά μου έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια μου, η αναπνοή μου προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει τον ρυθμό της και ξαφνικά τον άρπαξα ξανά και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου φωνάζοντας ... Συχώρεσε με, σε παρακαλώ, συγχώρεσε με Μπο. Δεν το ήθελα. Ω, Μπο, συγχώρεσε με...
»... όμως Θεέ μου δεν γινόταν να με συγχωρέσει. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Ήταν ένα κτήνος, ένα ζώο, ένας σκύλος, ήταν ότι αγαπούσα περισσότερο. Και με κοίταξε με τα μεγάλα σκοτεινιασμένα μάτια του που μου έσφιγγαν την καρδιά. Εκείνο το σφίξιμο δεν λέει να φύγει από τότε, ούτε κι η ντροπή μου. Δεν μπορούσα να συγχωρέσω τον εαυτό μου. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν από τότε με κυνηγάει εκείνη η προδοσία της αγάπης. Και κάθε παραμονή Χριστουγέννων - καμία από τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου - μα κάθε παραμονή Χριστουγέννων, το φάντασμά του γυρίζει, μπορώ να δω το σκυλί μου, ακούω τον ήχο από τα χτυπήματα και ξέρω πως έχω αποτύχει. Θεέ μου, το ξέρω».
Ο άνδρας έμεινε να θρηνεί σιωπηλά απέναντι του.
Και στο τέλος ο γερο κληρικός τόλμησε να ρωτήσει.
«Και είναι αυτός ο λόγος που σ΄ έκανε να έρθεις εδώ απόψε;»
«Ναι, πάτερ. Δεν είναι απαίσιο λοιπόν; Δεν είναι φοβερό;»
Ο ιερέας δεν μπορούσε να του απαντήσει γιατί και στο δικό του πρόσωπο έτρεχαν δάκρυα και για κάποιον ανεξήγητο για αυτόν λόγο ανέπνεε με δυσκολία.
«Άραγε θα με συγχωρέσει ο Θεός, πάτερ;», ρώτησε ο άλλος.
«Ναι».
«Εσύ θα με συγχωρέσεις, πάτερ;»
«Ναι. Μα άκου να σου πω κάτι παιδί μου. Όταν ήμουν δέκα χρονών συνέβησαν και σε μένα τα ίδια πράγματα. Με τους γονείς μου φυσικά και μετά με το σκυλί μου, την μεγαλύτερη μου αγάπη, που έφυγε μια μέρα και το μίσησα που μ΄ εγκατέλειψε κι όταν γύρισε πίσω κι εγώ σαν κι εσένα το αγκάλιασα και το χτύπησα και το ξαναγκάλιασα. Μέχρι τώρα δεν το έχω πει σε κανέναν. Η ντροπή παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια μέσα μου. Έχω εξομολογηθεί τα πάντα στον εξομολογητή μου εκτός από αυτό. Και...»
Σταμάτησε για μία στιγμή.
«Και, πάτερ;»
«Ο Θεός, ο Θεός, καλέ μου άνθρωπε, θα μας συγχωρήσει. Καταφέραμε τελικά να το πούμε, να το ξεριζώσουμε από μέσα μας. Κι εγώ, κι εγώ, ναι, θα σε συγχωρέσω. Μα θέλω κι εγώ...»
Ο γέρο κληρικός δεν μπορούσε να συνεχίσει γιατί καινούργια δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπο του.
Ο άγνωστος από την άλλη πλευρά το κατάλαβε και τον ρώτησε πολύ προσεκτικά.
«Και θέλεις από μένα να σε συγχωρέσω, πάτερ;»
Ο ιερέας έγνεψε σιωπηλά. Ίσως ο άλλος να ένοιωσε την σκιά του ιερέα πάνω στο καφασωτό παραθυράκι γιατί σχεδόν αμέσως του απάντησε.
«Ωραία λοιπόν. Σε συγχωρώ».
Οι δυο τους κάθισαν για πολύ ώρα στο σκοτάδι κι ένα δεύτερο φάντασμα κινήθηκε μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας και μετά σωριάστηκε κάτω έρμαιο στον δυνατό αέρα.
«Πριν φύγεις», είπε ο ιερέας, «έλα να πιούμε μαζί ένα ποτήρι κρασί».
Το μεγάλο ρολόι στην πλατεία, απέναντι από την εκκλησία άρχισε να χτυπάει μεσάνυχτα.
«Είναι Χριστούγεννα, πάτερ», ακούστηκε η φωνή πίσω από το χώρισμα.
«Τα ωραιότερα Χριστούγεννα που έγιναν ποτέ, νομίζω».
«Ναι. Τα ωραιότερα».
Ο γέρο ιερέας σηκώθηκε και βγήκε έξω.
Περίμενε μια στιγμή για να δει μια κίνηση ή να ακούσει κάποιο θρόισμα από την άλλη πλευρά του εξομολογητηρίου.
Δεν άκουσε τίποτα απολύτως.
Το πρόσωπό του κατσούφιασε και άνοιξε την μικρή ξύλινη πόρτα για να δει μέσα στον στενό θάλαμο.
Μα δεν υπήρχε κανείς εκεί μέσα.
Έμεινε να κοιτάζει τον άδειο θάλαμο με το στόμα του ορθάνοιχτο. Το χιόνι άρχισε να παίζει στον σβέρκο του.
Έβγαλε τα χέρια του από τις τσέπες για να μπορέσει να αισθανθεί το σκοτάδι.
Ο θάλαμος ήταν άδειος…
Γύρισε, κοίταξε την ορθάνοιχτη πόρτα και βιάστηκε να βγει έξω για να ψάξει.
Το χιόνι έπεφτε συντροφεύοντας τους τελευταίους χτύπους του ρολογιού που χτυπούσαν μεσάνυχτα. Οι δρόμοι ήταν έρημοι.
Γυρίζοντας πίσω τα μάτια του έπεσαν πάνω στον ψηλό καθρέφτη που υπήρχε στην είσοδο της εκκλησίας.
Και είδε, μέσα στον καθρέφτη, τον εαυτό του. Ένας γερασμένος άνθρωπος καθρεφτίζονταν στο παγωμένο γυαλί.
Δίχως καθόλου να σκεφτεί, σήκωσε το χέρι του και έκανε την χαρακτηριστική κίνηση της ευλογίας. Το είδωλο του μέσα στον καθρέφτη, του την ανταπέδωσε με τον ίδιο τρόπο.
Κατόπιν ο γέρο ιερέας γύρισε για τελευταία φορά και σκουπίζοντας τα μάτια του ξεκίνησε για να βρει το μπουκάλι με το κρασί.
Έξω, τα Χριστούγεννα όπως ακριβώς και το χιόνι, βρίσκονταν παντού.























